
Η πρόσφατη επίσκεψη της Νικολέτας Καπίλλα σε γυμνάσιο της πόλης μας και η συνάντησή της με τους μαθητές αποτέλεσαν την αφορμή για τη συνέντευξη που ακολουθεί. Εμπνευσμένες τόσο από τη συζήτηση μαζί με τη συγγραφέα όσο και από την ανάγνωση των βιβλίων της, οι μαθήτριες Ολυμπία Μπασματζίδου και Θεοδώρα Αλεξανδρίδου ανέλαβαν με ενθουσιασμό ρόλο δημοσιογράφου ετοιμάζοντας τις δικές τους ερωτήσεις.
Οι Πυγολαμπίδες φιλοξενούν με απέραντη χαρά αυτή τη συνέντευξη, δίνοντας χώρο στη φωνή των εφήβων και στην όμορφη συνάντηση ανάμεσα στους νέους αναγνώστες και τη λογοτεχνία.
Συνέντευξη: Ολυμπία Μπασματζίδου & Θεοδώρα Αλεξανδρίδου
Όταν φτάσατε σε μία ηλικία, ώστε να αρχίσετε να σκέφτεστε τι θα θέλατε να σπουδάσετε και με τι θα θέλατε να ασχοληθείτε στη ζωή σας, η συγγραφή ήταν κάτι που σας ενδιέφερε από την αρχή ή προέκυψε αργότερα;
Σε ηλικία εννέα ετών είχα δηλώσει πως όταν μεγαλώσω θα γίνω δασκάλα γιατί πραγματικά το ένιωθα και το αγαπούσα. Μάλλον με είχε εμπνεύσει ο δάσκαλός μου στη Δ΄ τάξη ο οποίος πραγματικά δίδασκε με τρόπο κατανοητό και νέες μεθόδους, ήταν ήρεμος και πάντα δίπλα μας. Ευχαριστώ τον Θεό που με αξίωσε να πραγματοποιήσω το όνειρο που είχα από μικρή και να ασκώ το λειτούργημα της δασκάλας με μεγάλη χαρά μέχρι σήμερα. Το θέμα είναι ότι η συγγραφή ήταν κάτι που κατά βάθος με ενδιέφερε κι αυτό από μικρή, αλλά δεν το είχα συνειδητοποιήσει! Θυμάμαι χαρακτηριστικά όταν ήμουν έξι ετών, μία θεία μου μου έφερε ένα βιβλίο που είχε γράψει και εικονογραφήσει ένας μαθητής δημοτικού. Μου είχε αρέσει τόσο πολύ εκείνο το βιβλίο που ευχήθηκα να μπορούσα να γράψω κι εγώ ένα βιβλίο. Γενικά έγραφα από μικρή, συνέχισα να γράφω ως έφηβη και ως φοιτήτρια αλλά δεν είχα σκοπό μου να γίνω συγγραφέας. Θα έλεγα λοιπόν ότι η συγγραφή προέκυψε αργότερα στη ζωή μου.
Πώς είναι να ξεκινάτε να γράφετε ένα καινούργιο βιβλίο ενώ, μόλις έχετε εκδώσει ένα άλλο;
Το αίσθημα είναι όμορφο αλλά η κατάσταση στο μυαλό μου είναι λιγάκι χαοτική. Σίγουρα νιώθω ενθουσιασμό και χαρά για την έκδοση ενός νέου βιβλίου, ενώ παράλληλα υπάρχει άγχος για την προετοιμασία δράσεων ή παρουσιάσεων. Από την άλλη, το να ξεκινήσω να γράφω ένα νέο βιβλίο σημαίνει ότι πρέπει να “μπω” σε μια νέα ιστορία και να “ζω” μέσα από άλλους ήρωες. Επομένως, μέσα μου “είμαι” σε μια νέα ιστορία την οποία προσπαθώ να δημιουργήσω ενώ εξωτερικά “είμαι” σε μια άλλη.
Πρόσφατα, στον λογοτεχνικό όμιλο του σχολείου μας, διαβάσαμε το καινούργιο σας βιβλίο με τίτλο “Επτά συν μία ιστορίες για ένα κορίτσι”. Αναρωτιόμασταν, λοιπόν, πώς ήταν το να γράφετε για μια τόσο ευαίσθητη ηλικία και μάλιστα για ένα τόσο δύσκολο θέμα.
Το θέμα είναι όντως δύσκολο επειδή η έμφυλη βία υπήρχε και ακόμη υπάρχει, επειδή είναι συνώνυμη με τον πόνο και την αδικία και επειδή δυστυχώς αφορά και παιδιά/εφήβους. Η συγγραφή του βιβλίου, λοιπόν, ήταν μια διαδικασία που απαιτούσε προσοχή και σοβαρότητα στον τρόπο που θα παρουσιάζονταν τα θέματα ή που θα περιγράφονταν κάποιες σκηνές. Πολλές από τις ιστορίες είναι εμπνευσμένες από κάποια δικά μου βιώματα. Το γεγονός αυτό λειτούργησε και ως επιπρόσθετος παράγοντας δυσκολίας αλλά και ως μια λυτρωτική διαδικασία για μένα.
Για τη συγγραφή του βιβλίου αυτού χρειάστηκε να κάνετε κάποια έρευνα και να εμβαθύνετε σε θέματα, που ίσως δεν γνωρίζατε τόσο καλά;
Υπήρχαν πολλά θέματα σε κάθε ιστορία για τα οποία χρειάστηκε να κάνω έρευνα έτσι ώστε να είναι αληθοφανή αυτά που γράφω αλλά και για να μην δημιουργήσω σύγχυση στους/στις αναγνώστες/αναγνώστριες ή να περάσω λανθασμένα μηνύματα. Για τον λόγο αυτό διάβασα άρθρα, ρεπορτάζ και μελέτες, ρώτησα ειδικούς και ζήτησα τη γνώμη ατόμων που είχαν εμπειρία σε κάποια θέματα.

Τι θα θέλατε να νιώσει ένας έφηβος διαβάζοντας το βιβλίο “Επτά συν μία ιστορίες για ένα κορίτσι”; Είχατε κάποια συγκεκριμένη προσδοκία όταν το γράφατε;
Ένας έφηβος ή μία έφηβη που έχει παρόμοια βιώματα με κάποια από τις ηρωίδες του βιβλίου, θα ήθελα να νιώσει παρηγοριά. Να νιώσει ότι δεν είναι το μόνο παιδί που του συνέβη αυτό. Να καταλάβει ότι δεν φταίει για όσα έγιναν. Ένας έφηβος ή μία έφηβη που είχε την τύχη ή την ευλογία να μην του έχει συμβεί κάποιο περιστατικό βίας, θα ήθελα να νιώσει ενσυναίσθηση προς τα θύματα της έμφυλης βίας. Τέλος, θα ήθελα, αν κάποιος διαβάζοντας το βιβλίο δει τον εαυτό του μέσα σε αυτό είτε ως θύτη είτε ως θύμα, να αντιληφθεί τη λανθασμένη του συμπεριφορά ή τη θυματοποίησή του αντίστοιχα.
Γιατί διαλέξατε τον τίτλο “Επτά συν μία ιστορίες για ένα κορίτσι” και δεν γράψατε απλώς “Οκτώ ιστορίες…”; Συμβολίζει κάτι αυτό το +1;
Όντως, ο τίτλος έχει τη δική του σημασία. Πέρα από το ότι ο τίτλος “Οκτώ ιστορίες για ένα κορίτσι” δεν θα μου άρεσε, η επιλογή του συγκεκριμένου τίτλου έγινε σκόπιμα καθώς ήθελα να διαχωρίσω μία από τις ιστορίες χρησιμοποιώντας το +1. Συγκεκριμένα, η τελευταία ιστορία είναι η μόνη η οποία κινείται στον χώρο του φανταστικού με κάποια στοιχεία τρόμου ενώ μια μικρή λεπτομέρεια είναι το γεγονός ότι η Ρίτα είναι η μόνη ηρωίδα η οποία δεν έχει άμεση σχέση με τα υπόλοιπα κορίτσια αλλά έμμεση. Ουσιαστικά όμως, το +1 έρχεται να φωτίσει την πτυχή της ευθύνης στο θέμα της έμφυλης βίας και να παρακινήσει τον αναγνώστη ή την αναγνώστρια να αναρωτηθεί για το ποιος φταίει τελικά.
Στην παιδική σας ηλικία είχατε κάποια λογοτεχνικά ερεθίσματα; Και αν ναι, ποια ήταν αυτά και πώς πιστεύετε πως επηρέασαν την επιλογή σας να ασχοληθείτε με την συγγραφή στην ενήλικη ζωή σας;
Η μητέρα μου ήταν αυτή που μας προμήθευε με βιβλία από μικρά παιδιά. Διάβαζα από την Α΄ Δημοτικού την Ελληνική Μυθολογία ξανά και ξανά, τους μύθους του Αισώπου και πολλά πολλά παραμύθια. Η αγάπη μου για τη λογοτεχνία μεγάλωσε όταν ήμουν στο γυμνάσιο, όταν η μητέρα μου πια άρχισε να μου φέρνει βιβλία του Αντώνη Σαμαράκη, της Τζέιν Όστεν, του Καρόλου Ντίκενς, της Άλκης Ζέη. Θυμάμαι ακόμη πόσο μου άρεσαν “Τα ψάθινα καπέλα” της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, το “Ζητείται ελπίς” του Σαμαράκη και η ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη. Αυτά τα αναγνώσματα μου κρατούσαν συντροφιά, με έκαναν να σκέφτομαι πολύ, να φαντάζομαι, ακόμη και να ονειροπολώ! Κυρίως, με έκαναν αναγνώστρια. Και αυτό το οφείλω στη μητέρα μου. Πιστεύω πως συνέβαλαν και στο να ασχοληθώ με τη συγγραφή.
Τι θα συμβουλεύατε έναν ενήλικα που, παράλληλα με την δουλειά του, θέλει να αρχίσει να ασχολείται με το γράψιμο, είτε ερασιτεχνικά, είτε πιο επαγγελματικά;
Δεν θεωρώ ότι είμαι σε θέση να συμβουλεύσω κάποιον, καθώς αισθάνομαι ότι είμαι στα πρώτα μου βήματα ως συγγραφέας. Από τη μέχρι τώρα εμπειρία μου, θα έλεγα ότι το πιο σημαντικό που πρέπει να κάνει κάποιος ο οποίος θέλει να γράφει είναι να διαβάζει πάρα πολύ! Και σίγουρα, θα βοηθούσαν κάποια μαθήματα δημιουργικής γραφής με έμπειρους εμψυχωτές.
Με ποιον χαρακτήρα των βιβλίων σας πιστεύετε πώς ο παιδικός σας εαυτός θα ταυτιζόταν και γιατί;
Νομίζω πως ο παιδικός μου εαυτός θα ταυτιζόταν με την κυρία Γενναιοδώρα γιατί αν διάβαζα αυτό το βιβλίο όταν ήμουν μικρή, πιστεύω ότι θα εμπνεόμουν και θα έφτιαχνα “το μαγαζάκι της κυρίας Γενναιοδώρας” χρησιμοποιώντας μικρά κουτιά, βαζάκια και ό,τι άλλο έβρισκα μπροστά μου και σίγουρα θα το δραματοποιούσαμε με τα αδέλφια μου! Ο έφηβος εαυτός μου σίγουρα θα ταυτιζόταν με τη Δήμητρα από το βιβλίο “Η χρονιά που όλα έγιναν γκρι” γιατί έχουν πάρα πολλά κοινά.
Έχετε σκεφτεί ποτέ να γράψετε ένα βιβλίο για ενήλικες;
Θα έλεγα ότι η σκέψη πέρασε “ξυστά” από το μυαλό μου, καθώς δεν νιώθω ότι με εκφράζει (ακόμη) να γράψω ένα βιβλίο που να απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες. Παρόλα αυτά, το τελευταίο μου βιβλίο, “Επτά συν μία ιστορίες για ένα κορίτσι”, μπορώ να πω ότι απευθύνεται και σε ενήλικες καθώς το θέμα τούς αφορά είτε προσωπικά είτε ως γονείς ή εκπαιδευτικούς.

Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο μέρος στο οποίο εμπνέεστε να γράφετε και αν ναι ποιο;
Συνήθως γράφω στο δωμάτιό μου καθώς χρειάζομαι απομόνωση για να μπορέσω να γράψω. Αυτή την χρονική περίοδο οι οικογενειακές υποχρεώσεις έχουν προτεραιότητα κι έτσι δεν βρίσκω τον χρόνο για να ασχοληθώ όπως θέλω με τη συγγραφή. Μου λείπει, όμως ίσως να χρειάζεται αυτή η μικρή ανάπαυλα για να “καθαρίσει” το μυαλό.
Γνωρίζουμε πώς παράλληλα με το να γράφετε βιβλία είστε και δασκάλα αγγλικών στην δημόσια εκπαίδευση. Πώς είναι το να συνδυάζετε δύο τόσο απαιτητικά και διαφορετικά επαγγέλματα;
Τόσο το επάγγελμά μου όσο η ιδιότητά μου ως συγγραφέας έχουν να κάνουν με παιδιά κι αυτό με γεμίζει. Είναι κάτι που κάνω με μεγάλη ευχαρίστηση και χαρά. Φυσικά είναι και τα δύο πολύ απαιτητικά σε χρόνο και ενέργεια. Η διδασκαλία είναι η καθημερινότητά μου και πρέπει να είμαι 100% εκεί. Χρειάζεται προετοιμασία στο σπίτι και αφοσίωση στην τάξη. Από την άλλη, όταν με προσκαλούν σε σχολεία ως συγγραφέα ή όταν έχω παρουσιάσεις σε άλλους χώρους, πρέπει να προετοιμάσω τις δραστηριότητες, τα υλικά και οτιδήποτε χρειάζεται και να δώσω όλο μου τον εαυτό. Τελευταία μένει η συγγραφή που δυστυχώς δεν υπάρχει χρόνος τα τελευταία δυο-τρία χρόνια για να ασχοληθώ όπως θα ήθελα. Όμως, αισθάνομαι πλήρης και ευλογημένη διότι μου δίνεται η ευκαιρία να συνδυάσω τα δύο πράγματα που μου άρεσαν από μικρή.
Έχετε στο μυαλό σας να εκδώσετε και άλλα βιβλία στο μέλλον;
Στο μυαλό μου ναι, στην πραγματικότητα όχι! Υπάρχουν ιστορίες στο μυαλό μου οι οποίες χρειάζονται τον χρόνο τους για να βγουν στο χαρτί, για να ζωντανέψουν οι χαρακτήρες και για να ολοκληρωθούν. Εύχομαι να βρουν τον δρόμο τους όταν και όπως πρέπει, διότι αυτοσκοπός δεν είναι η έκδοση ενός βιβλίου, αλλά να εκδοθεί μια ιστορία όταν είναι πραγματικά έτοιμη και όταν το τελικό αποτέλεσμα σέβεται τον αναγνώστη και την αναγνώστρια.
Τέλος, υπάρχει κάτι που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας και δεν σας το ρωτήσαμε;
Οι ερωτήσεις σας, κορίτσια, δείχνουν την ωριμότητά σας και τη σοβαρότητα με την οποία ασχοληθήκατε με τη συνέντευξη. Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω από τα βάθη της καρδιάς μου. Και αυτό που επιθυμώ να μοιραστώ είναι πως η συνάντησή μου μαζί σας και με τα υπόλοιπα παιδιά του σχολείου σας τον Νοέμβριο του 2025, ήταν μία από τις συγκλονιστικότερές μου εμπειρίες ως συγγραφέας. Ήταν μια συνάντηση που με γέμισε με δύναμη για να συνεχίσω να γράφω, με πίστη προς τα νέα παιδιά και με ελπίδα για το μέλλον. Είναι τιμή μου που διαβάσατε και το δεύτερο εφηβικό μου μυθιστόρημα και που σκεφτήκατε να μου πάρετε συνέντευξη. Εύχομαι να ακολουθήσετε κι εσείς αυτό που σας γεμίζει και, γιατί όχι, να διαβάσουμε και τα δικά σας βιβλία σύντομα!

Λίγα λόγια για τη Νικολέτα Καπίλλα
Η Νικολέτα Καπίλλα γεννήθηκε στη Λεμεσό και είναι απόφοιτος του Τμήματος Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου, όπως επίσης και κάτοχος του Μεταπτυχιακού τίτλου «Επιστήμες της Αγωγής» με κατεύθυνση την Ψυχολογία και τη Διαπολιτισμική Εκπαίδευση. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός σε δημοτικά σχολεία της Κύπρου. Η αγάπη της για τα παιδιά, το βιβλίο και τη δύναμη των ιστοριών την οδήγησε στη συγγραφή έργων που αγγίζουν μικρούς και μεγάλους αναγνώστες. Έχει γράψει βιβλία που ξεχωρίζουν για την ευαισθησία, τη ζεστασιά και τα σημαντικά μηνύματα που μεταφέρουν ενώ το μυθιστόρημά της «Η χρονιά που όλα έγιναν γκρι» απέσπασε το Α΄ Βραβείο στον Διαγωνισμό Ανέκδοτου Παιδικού και Εφηβικού Μυθιστορήματος του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου. Συμμετέχει ενεργά σε δράσεις προώθησης της παιδικής λογοτεχνίας, συναντώντας συχνά παιδιά, εκπαιδευτικούς και οικογένειες σε σχολεία, βιβλιοθήκες και λέσχες ανάγνωσης.










Γράψτε το σχόλιό σας
Αν θέλετε να λαμβάνετε το εβδομαδιαίο newsletter των Πυγολαμπίδων παρακαλώ κάντε εγγραφή εδώ.
Δείτε τους όρους χρήσης της ιστοσελίδας μας.