Φανταστικές ιστορίες παιδιών – Πυγολαμπίδες
Skip to content

Μέσα στην agenda 2019 των Πυγολαμπίδων θα διαβάσεις 3 μικρές ιστορίες που γράφτηκαν από παιδιά. Ζητήσαμε από τους μικρούς μας αναγνώστες να γράψουν μια ιστορία εμπνευσμένη από 6 λέξεις (πυγολαμπίδα, κάστρο, τσίχλα, ξαπλώνω, κλειδώνω, χάρτης).

Ένα μεγάλο μπράβο σε όλα τα μικρά και μεγάλα παιδιά που ακόνισαν τη φαντασία τους και μας έστειλαν τις υπέροχες ιστορίες τους.

Καμία ιστορία δεν ήταν καλύτερη από την άλλη. Ήταν όλες ιδιαίτερες και μοναδικές.

Στην agenda χώρεσαν μόνο 3 ιστορίες, αλλά εδώ χωρούν όλες!

Θέλω να συγχαρώ όλα τα παιδιά που μας έστειλαν τις ιστορίες τους αλλά και τους γονείς τους που τους παρακίνησαν.

 

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Περιπέτεια στη φύση

Χθες το απόγευμα, οι γονείς μου, μού ανακοίνωσαν πως θα πηγαίναμε στον Χορτιάτη με τους φίλους μου! Χάρηκα πάρα πολύ😊

Μια μέρα πριν κάναμε τις κατάλληλες ετοιμασίες: βάλαμε σε μια μεγάλη τσάντα χάρτη, αλλαξιές, τρόφιμα, τσίχλες και θετική ενέργεια. Κλειδώσαμε το σπίτι και ξεκινήσαμε.

Η διαδρομή με το αυτοκίνητο με κατέπληξε. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και το τοπίο μας προκαλούσε να το εξερευνήσουμε.

Μόλις φτάσαμε, συνάντησα τους φίλους μου. Ξεκινήσαμε λοιπόν, να ανακαλύπτουμε τις ομορφιές της φύσης. Ένα ρυάκι κυλούσε και με το νερό  του και πλύναμε τα πρόσωπά μας. Τα δέντρα ήταν πανέμορφα. Πολλά λουλούδια διαφόρων ειδών είχαν φυτρώσει. Βρήκαμε και μια πέτρα σε σχήμα κάστρου!

Κάποια στιγμή καταλάβαμε πως έλειπε η Γλυκερία! Πανικοβληθήκαμε, αλλά η Νικολέτα πρότεινε να την ψάξουμε. Ξαφνικά, ακούσαμε κάποιον να φωνάζει για βοήθεια . Κατευθυνθήκαμε προς εκείνο το μέρος. Βρήκαμε την Γλυκερία, κατατρομαγμένη πάνω σε ένα δέντρο! Μας είπε πως είχε δει ένα κουνελάκι! Όλοι φυσικά, αρχίσαμε να την πειράζουμε.

Η περιπέτεια σταμάτησε όταν ο μπαμπάς του Μιχάλη , μας φώναξε για φαγητό. Καταβροχθίσαμε τα τοστάκια, το κέικ και τους χυμούς. Μόλις τελειώσαμε το πικ- νικ  μας, παίξαμε κρυφτό. Ήταν μία απίστευτη εμπειρία!

Ήμασταν όλοι πάρα πολύ χαρούμενοι και ικανοποιημένοι, συγχρόνως όμως, και κουρασμένοι.

Λίγο πριν φύγουμε, ξαπλώσαμε στο έδαφος. Τα αστέρια ήταν υπέροχα. Έμοιαζαν με πυγολαμπίδες!

Η εκδρομή τελείωσε στις 21.00. Καταφέραμε όμως , να πείσουμε τους γονείς μας να ξανασυναντηθούμε!!!!!

Κατά την επιστροφή με πήρε ο ύπνος!!!

Πέρασα υπέροχα 😊

Μαρία Κοντογιώργη, 11 ετών (Στ’ Δημοτικού), Θεσσαλονίκη

 

Είναι δύσκολο να είσαι ιππότης!

Ο ιππότης όρμησε μέσα στο κάστρο σπάζοντας την πύλη, που ήταν και παλιά εδώ που τα λέμε. Το άλογό του αποφασιστικό έτρεχε με μανία κοιτώντας μπροστά. «Μη φοβάσαι αγαπημένη, ερχόμαστε να σε σώσουμε.» είπε ο ιππότης ενώ κατευθυνόταν προς τον πύργο. Μα ξάφνου…

Ένας τοίχος υψώνεται μπροστά του και τον εμποδίζει από το να φτάσει στον πύργο. Ο ιππότης παραξενεύτηκε. Άνοιξε το χάρτη του κάστρου αλλά ο τοίχος δεν υπήρχε πουθενά. Το άλογό χτύπησε απαλά τον τοίχο με το πέταλό για να δει από τι ήταν φτιαγμένος. Ο ιππότης κατέβηκε και άρχισε να ψάχνει το τέλος του τοίχου κοιτώντας τον χάρτη με απορία.

Σε κάποια στιγμή βρήκε μια ταμπέλα που έδειχνε προς ένα άνοιγμα στον τοίχο. Χαρούμενος πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Όταν έφτασε είδε το άλογο να κοιτά έντονα σε ένα σημείο. Έτρεξε κοντά και τι να δει; Το άλογό πήρε φορά, έτρεξε προς στον τοίχο και έπεσε πάνω του με ορμή για να τον σπάσει! Η συνέχεια είναι αυτονόητη. Ο τοίχος δεν έπαθε τίποτα και το άλογο έπεσε στο πάτωμα και άρχισε να βλέπει πυγολαμπίδες να χορεύουν γύρω του. «Δεν είναι ώρα να ξαπλώνεις τώρα!» είπε ο θαρραλέος ιππότης στο άλογο. Αλλά αυτό είχε βγει εκτός μάχης. «Ένταξη λοιπόν! Θα συνεχίσω μόνος μου» είπε με καμάρι.

Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το άνοιγμα του τοίχου. Το άνοιγμα οδηγούσε σε ένα τούνελ. Προχώρησε και σε λίγο είδε φως. Κατάλαβε  ότι έφτανε πιο κοντά στην αγαπημένη του. Βγήκε από το τούνελ, έκανε δύο βήματα, μάσησε την τσίχλα του, έβαλε τα γυαλιά ηλίου του και πήρε πόζα. Με σταθερό βηματισμό προχώρησε προς τον πύργο. Κατέβασε το χερούλι… αλλά η πόρτα δεν άνοιγε! Προσπάθησε ξανά και ξανά. Τίποτα. Εξαντλημένος έκατσε στο πάτωμα. Κάποιος είχε κλειδώσει την πόρτα. Τότε πρόσεξε ένα χαρτί στο χαλάκι της πόρτας.

«Άργησες φίλε, με έσωσε άλλος! Έχω μια φίλη

όμως στο κάστρο του δίπλα βασιλείου αν θες!»

Ο ιππότης μας άφησε έναν αναστεναγμό. Σηκώθηκε και βάδισε και πάλι με το κεφάλι ψηλά. Σε λίγο έφτασε στο άλογό του. Το ακούμπησε στον ώμο. Κοίταξε στο υπερπέραν και είπε με ένα μικρό χαμόγελο : «Πάμε φίλε έχουμε να σώσουμε μια πριγκίπισσα».

Κενάνογλου Ευαγγελία, Β’ Λυκείου, Μαθήτρια του Τμήματος Δημιουργικής γραφής του Λυρικού Μικρού Πλανήτη

 

Τα όνειρα είναι καλό να γίνονται πραγματικότητα

Ήταν Δευτέρα πρωί και η μικρή πριγκίπισσα Χρυσή, ξύπνησε για το σχολείο. Πήγε στο μπάνιο, βούρτσισε τα δόντια της, χτένισε τα μαλλιά της, έβαλε τα ρούχα της, πήρε την τσάντα της και κατέβηκε στο σαλόνι για να φάει πρωινό μαζί με την οικογένεια της. Ο μπαμπάς της θα την πήγαινε στο σχολείο. Στην διαδρομή η μικρή Χρυσή ήθελε να ακούσει μουσική, αλλά ήξερε ότι στην οικογένεια της, αυτό ήταν απαγορευμένο. Δεν άκουγαν ποτέ, γιατί η προπροπρο γιαγιά της, είχε εγκαταλείψει την οικογένεια τους, για να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και να αναγνωρίσουν  το ταλέντο της στην μουσική.

Η Χρυσή στεναχωρημένη έφτασε στο σχολείο. Ξεχάστηκε παίζοντας με τις φίλες της. Η μέρα πέρασε και η ώρα να επιστρέψει σπίτι της έφτασε. Έπρεπε πάλι να μπει στο αυτοκίνητο με τον μπαμπά της. Θυμήθηκε την πρωινή διαδρομή και στεναχωρέθηκε. Έφαγε την ροζ τσίχλα που της έδωσε η φίλη της η Νεκταρία, για να ξεχαστεί. Η Χρυσή δεν μίλησε σε κανέναν, έτρεξε  στο δωμάτιο της, έβαλε πολύ σιγά την μουσική, για μην την ακούσει κανένας και της ήρθε μια ιδέα! Θα έβγαινε από την μυστική πύλη του κάστρου και να πάει στα μαθήματα μουσικής που κάνει η μαμά της Νεκταρίας. Τρέχοντας πήγε στην μυστική πύλη, αλλά ξέχασε το κλειδί για να ανοίξει και σφήνωσε το ξύλο που είχε επάνω στην πύλη. Πολύ ώρα προσπαθούσε να ανοίξει. Είχε κλειδωθεί λίγο πριν από την μυστική πύλη. Ευτυχώς βρήκε ένα χάρτη όλου του κάστρου και προσπάθησε να προσανατολιστεί, αλλά δεν τα κατάφερε. Νύχτωνε και άρχισε να βγάζει ψύχρα, ξάπλωσε μέσα σε κάτι τσουβάλια για να ζεσταθεί. Ξαφνικά,  ήρθαν επάνω της, 320 πυγολαμπίδες και με το φως που έβγαλαν είδε μια πόρτα, η οποία την οδήγησε στο δωμάτιο της. Εκεί την περίμενε μια έκπληξη, στο δωμάτιο της υπήρχε μουσική και όλη η οικογένεια της χόρευε χαρούμενους ρυθμούς. Της ζήτησαν συγνώμη και την άφησαν να ζήσει το όνειρο της.

Χρυσή Τσιλιά, 11χρονών,  Τρίλοφος, Θεσσαλονίκης

 

 Το φυλακτό της Ισμηνοχώρας

Ω! γεια σας. Με λένε Μία. Έχω ένα πανάρχαιο φυλακτό που σχηματίζει μια κρυστάλλινη πυγολαμπίδα. Θέλετε να σας πω την ιστορία του;

Ναι;

Ωραία! Πάμε λοιπόν!
Είναι ένα πανάρχαιο φυλακτό της Ισμηνοχώρας. Εγώ ζω στην Ισμηνοχώρα! Εμμμ… πού είχαμε μείνει; Α! Και το φορούσε ο Τσάινα Τικ. Στην τελευταία του μάχη έπεσε και ΚΡΑΚ!!! Έσπασε. Τα κομμάτια χάθηκαν, μα τα βρήκαμε όλα.
Το ένα πήγε στο όρος Μπαλού!! Όπου και χάθηκε ο Τζαφάρ. Το άλλο πήγε στην πόλη Red (=κόκκινο), όπου τους λένε όλους red κι έχουν χρώμα red. Χε χε! Δύο άλλα πήγαν στη χώρα Ξάπλα, που ξαπλώνουν όλη μέρα σε μεγάλα κάστρα, κλειδωμένα και με κολλημένες τσίχλες στους τοίχους τους. Άλλα πέντε πήγαν στο νησί Μάτσου Γκάγκα. Όπου είναι όλοι μωρά! Και τα υπόλοιπα πήγαν στο Κερί-Μάριο-Μαϊμού-Κοσολάτα, όπου τη σοκολάτα τη λένε κοσολάτα.

Α! και μην τα ψάξετε στο χάρτη όλα αυτά….δεν υπάρχουν :)»

Ισμήνη Βαχτσεβάνη, 9 χρονών, Τριάδι Θεσσαλονικης

 

Η Τσάντα

Ήταν 2 Ιουλίου και ξάπλωνα στο μπαλκόνι μου όταν είδα έναν άνθρωπο ύποπτο που έτρεχε με μία τσάντα. Πιο πίσω μία γυναίκα που φώναζε: “Βοήθεια! Μου κλέβουνε την τσάντα!”
Σηκώθηκα και πήγα δίπλα της και είπα: “Μην ανησυχείτε, θα την πάρω”.  Άρχισα τότε να τρέχω ξοπίσω του με τρομερή ταχύτητα. Μετά από λίγο τον έχασα σε μία στροφή. Παρατήρησα για λίγο και μετά πήγα σε ένα περίπτερο και είπα: “μια τσίχλα θε…” είπα και εξαφανίστηκε το περίπτερο. Κοίταξα το χαρτάκι της τσίχλας που έγραφε “Ευχήσου”.  Ευχήθηκα να έχω ένα άλογο και τσουπ! Να’το!  Ανέβηκα και ξεκίνησα.  Πέρασε πολλή ώρα ώσπου σταμάτησα στο κάστρο που ήταν από ατόφιο χρυσάφι. Πήγα να μπω και κάτι έπεσε στο κεφάλι μου και λιποθύμησα.  Τα υπόλοιπα δεν τα είδα. Όταν συνήλθα ήμουν δεμένος ανάποδα και ο βασιλιάς μου είπε: “Θα σε λύσω και θα φυλακιστείς”. Με έλυσε κι εγώ πήδησα πάνω στο άλογό μου και έφυγα σαν τον άνεμο! Φτάσαμε στο λιβάδι.  Έβγαλα τον χάρτη μου και είπα: “βρίσκομαι στο πάρκο με τις πυγολαμπίδες!”  Τότε άκουσα έναν ήχο και είδα τον ύποπτο.   “Σ’έπιασα”, είπα.  Μάταια τον κυνηγούσα και τελικά τον έπιασα.  Τον έβαλα στο άλογό μου και αρχίσαμε να γυρνάμε.  Όταν φτάσαμε είπα: “Να ‘τος! Όμως έχω μία ερώτηση, γιατί η τσάντα σας μυρίζει κρεμμυδίλα;”   Η κοπέλα ξεκαρδίστηκε και μετά είπε: “Δεν είναι η αληθινή μου τσάντα. Επίσης, έχει μέσα κρεμμύδια.  Και αυτός δεν είναι ένοχος. Θέατρο παίζαμε!”
Δεν ήθελα κι άλλα.  Άνοιξα την πόρτα μου και κλείδωσα μετά τρεις φορές και έπεσα στο κρεβάτι μου.
Τώρα, όμως, σας αφήνω γιατί με φωνάζει η μαμά μου…
Γεια σας!

Ελένη Σοφία Αφθονίδου, Ε’ Δημοτικού, Δημοτικό σχολείο Αγίου Αντωνίου,  Σουρωτή Θεσσαλονίκης

 

Επίσκεψη στο κάστρο

Υπήρχε κάποτε μια πυγολαμπίδα η Μίνα, που ήταν 8 χρονών. Είχε καφέ μάτια κι ένα ωραίο μπλουζάκι. Μία μέρα αποφάσισε να επισκεφτεί τα  κάστρα! Ετοίμασε λοιπόν την βαλίτσα της που είχε τσίχλες, χάρτη, ένα  κλειδί, αλλαξιά κ.α.

Το βράδυ ξάπλωσε μόνο 6 ώρες και ξύπνησε στις 7 από έναν  εφιάλτη. Ήταν λέει στα κάστρα και ξαφνικά είδε έναν γίγαντα που της  είπε: “Άλλη  φορά  να  μην  ξανάρθεις  στα  μέρη  μου!”
Κατατρομαγμένη  από  αυτό  το  όνειρο, πήγε  στην  κουζίνα  τρέμοντας   άνοιξε το ψυγείο και  είπε σε ένα μυρμήγκι που ψάρευε με ένα αγκάθι σε  ένα  παγάκι: “Πεινάω”.  Όμως θύμωσε και έφυγε. Έτσι βγήκε έξω, κλείδωσε  την πόρτα και ξεκίνησε το ταξίδι της. Εκεί που προχωρούσε συνάντησε  ένα κουνούπι.

-Γειά! είπε το κουνούπι.

-Γειά σου!

-Από που είσαι;

-Από την χώρα των πυγολαμπίδων!

-Εγώ είμαι από εδώ! Εσύ πού πηγαίνεις;

-Στα  κάστρα!

-Αλήθεια; Εκεί πέρα λένε ότι υπάρχει ένα τέρας!

Τότε η Μίνα φοβισμένη είπε:

-Θέλεις να πάμε μαζί;

-Ναι! Πάντα ήθελα να τα εξερευνήσω!

-Ωραία! Έχω εγώ χάρτη!

Έτσι, η Μίνα και το κουνούπι που λέγεται Μόλι βάδιζαν προς το κάστρο. Ξαφνικά είδαν τον Φραν, ένα σκατζόχοιρο που προσπαθούσε να βγάλει μία τσίχλα από τα αγκάθια του. Η Μόλι τότε λέει:
-Θέλεις να σε βοηθήσω;
-Ναι, ευχαριστώ!
Η Μόλι έτσι τον βοήθησε.
-Ευχαριστώ πολύ! Εσείς πού πάτε;
-Στα κάστρα! απάντησε η Μίνα.
-Να έρθω μαζί σας;
-Φυσικά!
Έτσι όλοι φτάσανε στα κάστρα. Όταν μπήκαν μέσα είδαν πολλά τρομακτικά αγάλματα αλλά πουθενά το τέρας. Ξαφνικά είδαν μία πόρτα! Όταν την άνοιξαν, είδαν χαραγμένα στον τοίχο αιγυπτιακά γράμματα. Ο Φραν που ήξερε, κατάλαβε πως γράφει για έναν θησαυρό που θα τον έβρισκες αν άφηνες το αποτύπωμά σου στον τοίχο. Η Μίνα ακούμπησε το χέρι της αλλά δεν ήταν το σωστό. Όλοι ακούμπησαν το πόδι τους επάνω στα γράμματα, και τότε ο τοίχος άνοιξε και βρέθηκαν στο δωμάτιο με τον θησαυρό! Πήρανε τον θησαυρό και έγιναν πλούσιοι!

Αίγλη Αφθονίδου, Δ’Δημοτικού,  Δημοτικό σχολείο Αγίου Αντωνίου, Σουρωτή Θεσσαλονίκης

 

 

Τσίχλες και πυγολαμπίδες

Κάποτε ζούσε μια μάγισσα που μισούσε τα πουλιά τσίχλες .Δεν της άρεσε το κελάηδημα τους και τα έβρισκε πολύ άσχημα .Η μάγισσα ζούσε σε ένα δάσος που ήταν γεμάτο από αυτές. Έτσι οπότε έβλεπε κάποια την κλείδωνε στο κάστρο της. Με την φυλακή οι τσίχλες σταματούσαν να κελαηδούν.

Μια παρέα παιδιών που ζούσε εκεί κοντά είχε ακούσει την ιστορία από τους μεγαλύτερους και ήθελαν να τις ελευθερώσουν αλλά δεν ήξεραν που έμενε η μάγισσα και φοβούνταν. Η παρέα αποτελούταν από την Μάρω, τον Στέφανο, την Χαρά, τον Κώστα και την Ναταλία την μικρή αδελφή του Στέφανου.

Μια μέρα που έπαιζαν στο δάσος είδαν τη μάγισσα να φεύγει και κρυφάκουσαν ότι θα λείψει για λίγες μέρες. Αμέσως αποφάσισαν να δράσουν. Δεν ήξεραν όμως που έμενε. Εκείνη τη νύχτα βγήκε το δόντι του Κώστα και εκείνος το έβαλε κάτω από το μαξιλάρι του.  Ξάπλωσε να κοιμηθεί περιμένοντας τη νεράιδα των δοντιών.

Το βραδύ είδε στον ύπνο του ότι αυτός και τα αλλά παιδιά ακολουθούσαν ένα χάρτη που τους οδήγησε σε ένα κάστρο που φωτιζόταν από πυγολαμπίδες κλεισμένες σε φανάρια και ότι μέσα στο κάστρο ήταν οι τσίχλες.

Όταν ξύπνησε βρήκε κάτω από το μαξιλάρι του 6 πυγολαμπίδες να κρατούν το χάρτη που είδε στον  ύπνο του. Τότε τον πηρέ, πήγε στους φίλους του και τους είπε για το όνειρο του.

– Φάρσα θα μας κάνει! λέει η Μάρω

-Εσύ που το ξέρεις; λέει θυμωμένα η Χαρά

– Αυτά δε γίνονται! απαντά

Και με τα πολλά πολλά φεύγουν με τη Μάρω να γκρινιάζει. Μόλις φτάνουν λέει η Ναταλία «Γιατί να μην ελευθερώσουμε και τις πυγολαμπίδες ;» και όλοι συμφωνήσαν. Στο τελευταίο φανάρι που άνοιξαν  βρήκαν ένα κλειδί με το οποίο άνοιξαν τη πύλη του κάστρου και το κλουβί του κυρ΄ Σταύρου της μεγαλύτερης τσίχλας. Εκεί  βρήκαν ένα κλειδί με το οποίο άνοιξαν τα υπόλοιπα κλουβιά. Έτσι και οι τσίχλες και οι πυγολαμπίδες και τα παιδιά  γυρίσαν σπίτια τους χαρούμενα ενώ η μάγισσα έσκασε σαν μπαλόνι από το θυμό της.

Μπαρουτίδη Βασιλική, 11 Ετών, Μάνδρα Αττικής

 

Λάκος ο Δράκος

Λοιπόν παιδιά, με λένε Λάκο. Λάκος ο Δράκος! Και είμαι 12 ετών. Ζω σε μία μεγάλη σπηλιά με την οικογένειά μου.

Πριν λίγο καιρό ο παππούς μου έλεγε: «Όταν μεγαλώσεις θα γίνεις τόοοοσο χοντρός όσο εγώ!». Για καλό μου το έλεγε; «Και θα καταστρέφεις κάστρα και δημιουργίες των ανθρώπων αντί να κάθεσαι να γεννάς τα αυγά σου τρώγοντας τσίχλες!» συμπλήρωνε.

Από εκείνο το βράδυ άρχισα να βλέπω παράξενα όνειρα όταν ξάπλωνα να κοιμηθώ. Έβλεπα ότι ήμουν σε ένα χωράφι με πυγολαμπίδες και ότι μία από αυτές μου μιλούσε! Την έλεγαν Πίδης ο Πυγολαμπίδης και μία φορά μου έδωσε ένα παράξενο χαρτί. Όταν το είδα πιο προσεκτικά κατάλαβα ότι ήταν ένας χάρτης που έδειχνε τον δρόμο προς ένα κάστρο.

«Ε ψιτ, Λάκο! Είναι ώρα να δείξεις στον παππού σου ποιος είσαι και τι πραγματικά θέλεις!» μου είπε.

«Εγώ σίγουρα δε θέλω να γίνω ένας μεγάλος παχουλός δράκος που τρομάζει με τη φωτιά του ανθρώπους!» του απάντησα.

Κι εκείνη τη στιγμή με ξύπνησαν τα τεράστια πόδια του παππού μου που περπατούσε προς την πόρτα της σπηλιάς. Είχε πάει να την κλειδώσει.

«Παππού, εσύ είσαι; Τι κάνεις ξύπνιος τέτοια ώρα;» είπα.

«Σε άκουσα να παραμιλάς! Και σκέφτηκα για το μέλλον σου ότι καλύτερα είναι να είσαι ο εαυτός σου και να γίνεις αυτό που εσύ επιθυμείς, παρά να γίνεις σαν κι εμένα!» απάντησε.

«Σε ευχαριστώ πολύ, παππού!» του είπα χαμογελώντας. Και ύστερα έπεσα και ξανακοιμήθηκα γεμάτος ανακούφιση και ευτυχία.  Τέλος

Μαριάνθη Νικολαϊδου, 12 ετών, Θεσσαλονίκη

 

Η περιπετειώδης πυγολαμπίδα

 

Μια μικρή πολύ μικρή πυγολαμπίδα ξάπλωνε κλειδωμένη στο δωμάτιο της και κοιμότανε. Ονειρευότανε πως ζούσε σε ένα κάστρο με ζαχαρωτά και ήταν στην βιβλιοθήκη και διάβαζε έναν παλιό χάρτη θησαυρού. Μαζί με την φίλη της την Βανέσα έψαχναν ώρες ατελείωτες μέσα στο πηγάδι του παλατιού για να βρουν ένα μαγικό δαχτυλίδι. Να που το βρήκανε πίσω από ένα βραχάκι όμως την τρόμαξε μια μαύρη μπάλα με φάτσα και τότε ξύπνησε η πυγολαμπίδα και για να το ξεχάσει έφαγε μια τσίχλα φράουλα και ξανακοιμήθηκε.

Χρυσούλα Μυρτώ Κυριανάκη, 8,5 χρονών, Θεσσαλονίκη

 

Η πυγολαμπίδα αφηγείται…

Μου αρέσει να μασάω τσίχλες! Ένα βράδυ στην αυλή έπαιζα κάνοντας φούσκες. Ξαφνικά, είδα την φούσκα μου να φωτίζεται. Ήταν μια πυγολαμπίδα, που είχαν κολλήσει τα ποδαράκια της πάνω στην φούσκα. Ξαφνικά, την άκουσα να μου μιλάει. Ξάπλωσα στο γρασίδι και την χάζευα που μου διηγιόταν μία ιστορία.

Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς, που φερόταν άσχημα στους ανθρώπους του βασιλείου του. Τους στερούσε την ελευθερία τους και τους κλείδωνε στο κάστρο. Όμως μέσα εκεί είχαν την φωλιά τους κάποιες πυγολαμπίδες, που έβλεπαν την συμπεριφορά του βασιλιά και θύμωναν μαζί του. Θέλησαν να βοηθήσουν τους ανθρώπους να απαλλαγούν απ’ αυτόν. Έφτιαξαν ένα χάρτη, που για να τον υφάνουν με τα ποδαράκια τους χρειάστηκαν εκατό ημέρες και εκατό νύχτες, κι ένα βράδυ πέταξαν ως την κάμαρα του βασιλιά και τον ακούμπησαν στο κομοδίνο του. Ο βασιλιάς ξετύλιξε τον χάρτη και διαπίστωσε ότι αν τον ακολουθούσε θα έφτανε σ’ ένα δέντρο που οι καρποί του θα έδιναν σε όποιον τους έτρωγε αθανασία. Καβάλησε το άλογο του και κάλπασε προς το δάσος. Περιπλανήθηκε πολύ, ώσπου έφτασε σ’ ένα ξέφωτο με ένα μοναδικό δέντρο. Οι καρποί όμως ήταν ψηλά! Σκαρφάλωσε στα κλαδιά του και καθώς τους έκοβε ακούστηκε ένα βουητό και το δέντρο άρχισε να κουνιέται. Ξαφνικά τα κλαδιά είχαν μετατραπεί σε χέρια που τον έσφιγγαν. Το δέντρο ήταν μαγικό, κάτι που γνώριζαν μόνο οι πυγολαμπίδες. Όποιος προσπαθούσε να κόψει τους καρπούς του, τον έκλεινε στον κορμό του και δεν γυρνούσε ποτέ πίσω. Την επόμενη ημέρα όλοι ξύπνησαν και κατάλαβαν ότι ο βασιλιάς είχε εξαφανιστεί και ήταν πια ελεύθεροι.

Αυτά μου είπε και αφού την ξεκόλλησα από την φούσκα, μου πέταξε μακριά τρεμοσβήνοντας το φωτάκι της για να με χαιρετήσει.

Γιώργος Πολυχρονάκος, Γ΄ Δημοτικού, 8 χρονών, Σπάρτη

 

Τα όνειρα λάμπουν!

Με μια κοιλίτσα που λάμπει δρόμο τραβάει για το κάστρο.

Χωρίς χάρτη που πάει;

Το δρόμο δε βρίσκει, πάλι πίσω γυρνάει.

 

Πολύ δεν τη νοιάζει..

τσίχλα μασάει, χαζεύει, ξαπλώνει, χρόνο περνάει..

κλειδώνει τα όνειρα και πάλι πετάει.

 

Κινάει για το κάστρο, που τώρα το βλέπει,

τα όνειρα παρέα, το φως μες στην τσέπη,

πυγολαμπίδα τη λένε και όλο γελάει!!!

 

(Για να είμαστε όμως απόλυτα δίκαιοι με τα υπόλοιπα παιδάκια που θα λάβουν μέρος, σου λέμε πως ο Μάριος, λόγω ηλικίας, δεν ξέρει να γράφει, από ζωηρή φαντασία όμως σκίζει! Οι ιδέες λοιπόν του Μάριου, η σύνθεση της μαμάς!)

Ο Μάριος και η μαμά του Μαριάνθη

 

Γιατί οι πυγολαμπίδες φωτίζουν

Την ιστορία αυτή τη σκέφτηκα, όταν είδα το καινούριο μου ρολόι να ανάβει στο σκοτάδι. Τότε θυμήθηκα  τις πυγολαμπίδες κι έγραψα αυτό το κείμενο.

Αν ποτέ βρείτε έναν χάρτη, τότε σίγουρα θα σας οδηγήσει στη χώρα των πυγολαμπίδων! Οι πυγολαμπίδες ζούνε σε ένα κάστρο. Αυτό το κάστρο είναι κλειδωμένο και οι μικρές μας φίλες βγαίνουν από τα σπασμένα παράθυρα και ξαπλώνουν στο χώμα. Παλιότερα δεν είχαν αυτό το φωτάκι στην κοιλιά τους.

Απέναντί τους, οι γείτονές τους, ζούσανε σε μια τεράστια ροζ τσίχλα. Ήταν οι πεταλούδες με τα πολύχρωμα, μεταξένια φτερά. Όμως ήταν τόσο όμορφες που κορόιδευαν τις πυγολαμπίδες, επειδή αυτές δεν είχαν κάτι όμορφο επάνω τους κι έμοιαζαν με μύγες.

Τότε οι πυγολαμπίδες έλαβαν δραστικά μέτρα. Έφτιαξαν φωτάκια από τη χρυσή αστερόσκονη του ουρανού και τα έβαλαν επάνω στις κοιλιές τους. Μόλις έπεφτε το σκοτάδι, τα άναβαν και πετούσαν χαρούμενες από λουλούδι σε λουλούδι. Οι πεταλούδες, μόλις το είδαν αυτό, ζήλεψαν πάρα πολύ, αλλά και αυτές σκέφτηκα ότι έχουν πολύχρωμα και μεταξένια φτερά, οπότε είχαν και οι δυο ομάδες εντόμων από κάτι εντυπωσιακό.

Όταν σκέφτηκε η βασίλισσα των πεταλούδων λοτι έχουν όλες από κάτι ωραίο, ζήτησε από τις πυγολαμπίδες να μην είναι πια χώρια και να μείνουν όλες μαζί στο κάστρο.

Από τότε οι πυγολαμπίδες κράτησαν τα φωτάκια τους και ζούνε αγαπημένες εκεί που θα σας οδηγήσει ο χάρτης της τσιχλένιας πολιτείας!!!

Νικολέτα Καρυπίδου, 8 χρονών, Θεσσαλονίκη

 

Η νύχτα με τα αστέρια

Είναι βράδυ. Η νύχτα έχει πάρει τα καλύτερα χρώματα. Το φεγγάρι είναι ολόκληρο. Δεν χρειάζομαι φακό. Τα αστέρια κάνουν τη νύχτα να φωτίζεται πιο πολύ κι από τη μέρα. Ξαφνικά, κατεβαίνει χοροπηδώντας και τραγουδώντας τα σκαλιά του σπιτιού μας η μικρή μου αδερφή Σμαράγδα. Στα χέρια της κρατά το τηλεσκόπιό μας κι ένα χαρτί.

«Θες να παρακολουθήσεις και να καταγράψεις τα αστέρια, σωστά;» τη ρώτησα.

«Ναι», μου απάντησε, «και γι’ αυτό να μην με ενοχλείς». Έβαλε το μάτι της μπροστά από τον φακό του τηλεσκοπίου.

«Ααααα… Να ο αστερισμός της αγελάδας!» φώναξε έκπληκτη.

«Δεν υπάρχει αστερισμός αγελάδας» της απάντησα και πήρα μια τσίχλα να μασήσω. «Αυτός που κοιτάς είναι ο αστερισμός του Σκορπιού».

«Ναι, καλά!» είπε και ξεκίνησε να ζωγραφίζει, ως συνήθως, τον «χάρτη» του ουρανού. Γύρισε το τηλεσκόπιο αλλού και έψαξε για άλλους αστερισμούς.

«Να και ο αστερισμός του γουρουνιού… και της κατσίκας!»

«Σιγά μην είναι και ο αστερισμός της φάρμας!» την ειρωνεύτηκα εγώ.

«Κορόιδευε εσύ. Όταν όμως εγώ γίνω αστροφόνος…»

«Αστρονόμος λέγεται. Δεν ξέρεις καν πώς ονομάζεται το επάγγελμα» την διόρθωσα εγώ.

«Ναι, ναι, καλά. Το ίδιο είναι. Όταν λοιπόν γίνω Αστρονόμος θα αγοράσω ένα κάστρο και θα σε κλειδώσω στο μπουντρούμι.

Τότε έπεσε ένα πεφταστέρι.

«Αααααααααααα!» φώναξε τρομοκρατημένη. «Το αστέρι θα μας πλακώσει! Να το, έρχεται! Ααααααα…»

«Ηρέμησε! Μια πυγολαμπίδα ήταν».

«Α. Είναι άγριες; Δαγκώνουν;! Ααααααααα!» ξαναφώναξε τρομοκρατημένη. Έπρεπε να την αφήσω να τρέχει σαν τρελή πάνω-κάτω και να τσιρίζει καθώς την τραβούσα βίντεο. Όμως ήρθαν οι γονείς και δεν ήθελα να τη δουν σε τέτοια κατάσταση γιατί θα με μάλωναν που δεν την ηρεμώ. Οπότε βάλθηκα να την κυνηγάω για να σταματήσει. Κάποια στιγμή τα κατάφερα. Η μαμά και ο μπαμπάς ξάπλωσαν και μας ρώτησαν πόσα πεφταστέρια χάσανε.

«Ένα!» είπαμε εγώ και η Σμαράγδα με μια φωνή κι αγριοκοιταχτήκαμε. Εγώ ξαναξάπλωσα και η Σμαράγδα έβαλε πάλι το μάτι της μπροστά από τον φακό του τηλεσκοπίου.

«Ναι και ο αστερισμός της πάπιας!» φώναξε.

«Τι περνάω ο άνθρωπος;»

Δήμητρα Κουρουτσαλάκη-Σκαρλή, 11 ετών, Ν. Σύλλατα, Χαλκιδικής

 

Ο Πικολαμπίκο και ο Θησαυρός

Μια φορά κι έναν καιρό ένας άνθρωπος ο Πικολαμπίκο βρήκε έναν χάρτη θησαυρού σε ένα βάζο μέσα στην αμμουδιά. Μετά πήγε στο κάστρο που έδειχνε ο χάρτης για να ψάξει τον θησαυρό αλλά εκεί είχε τσιχλοστρατιώτες και είχε και μια βασίλισσα από τσίχλα και το κάστρο είχε φτιαχτεί κι αυτό από τσίχλες.

Πήρε ένα κρεβάτι με ένα τσιχλοστρατιώτη που είχε ξαπλώσει πάνω του και το έριξε πάνω στους άλλους τσιχλοστρατιώτες και κολλήσανε όλοι πάνω στο κρεβάτι και δεν μπορούσαν να κουνηθούν. Έπειτα πήγε στο θησαυροφυλάκιο και ήταν εκεί η βασίλισσα και ο βασιλιάς, όμως γνωριστήκανε και γίνανε φίλοι. Τον βασιλιά τον έλεγαν «Μπαμιοφούκη» και τη βασίλισσα «Αγάπη» και  μαζί ελευθέρωσαν τους κολλημένους στρατιώτες και αλλάξανε όλο το κάστρο, το γεμίσανε ωραίες ζωγραφιές και φτιάξανε από την αρχή το θησαυροφυλάκιο. Ενώ φτιάχνανε το κάστρο, βρήκαν κάτι κλειδιά. Τα δοκιμάσανε ένα ένα και προς μεγάλη τους έκπληξη το ένα από αυτά ταίριαξε στο σεντούκι του θησαυρού που βρίσκονταν μέσα στο θησαυροφυλάκιο και το κλειδώσανε με τα κλειδιά που βρήκανε.

Όταν  νύχτωσε, μετά από όλα αυτά που είχαν περάσει, πήγαν να βρούνε πυγολαμπίδες για να φωτίσουν το κάστρο γιατί δεν είχε καθόλου ηλεκτρισμό και φώτα. Γύρισαν στο κάστρο με μια γυάλα πυγολαμπίδες και ξάπλωσαν ευτυχισμένοι να κοιμηθούν χαζεύοντας τις πυγολαμπίδες και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Την ιστορία που μου διηγήθηκε ο γιος μου Γιώργος Γεωργούδας 5,5 χρονών (Μαμά Μαρία)

 

Κάτω από το κάστρο του Πλαταμώνα

Όπως κάθε καλοκαίρι έτσι και φέτος πέρασα τον μήνα Αύγουστο στο σπίτι της γιαγιάς στον Πλαταμώνα .Εκεί γνώρισα την Πελαγία και γίναμε αχωριστες φίλες!

Το μεσημέρι που η γιαγιά κι ο παππούς ξάπλωσαν για να ξεκουραστούν,εμείς κλειδωναμε την πορτα του δωματίου μου και το σκάγαμε απ το παράθυρο!Μας αρεσε πολύ να περπαταμε μέχρι το κάστρο.Στη διαδρομή τραγουδούσαμε ,γελούσαμε και διηγομασταν η  μία στην άλλη κωμικές στιγμές που ζήσαμε το χειμώνα στο σχολείο.

Κάποιες άλλες φορές αγοράζαμε τσίχλες με άρωμα μέντα από το μαγαζάκι του κυρ Παναγιώτη και κατηφοριζαμε προς τη θάλασσα. Στρωναμε τις πετσέτες μας στην παραλία και κάναμε αγώνα Ποια θα βουτήξει Πρώτη!Η θάλασσα γαλήνια έπιανε κουβέντα με τον ήλιο του μεσημεριού ,την ώρα που οι λιαχτιδες χόρευαν στην επιφάνεια της λαμπερές σαν πυγολαμπιδες που συναντιούνται κάτω από το φως της νύχτας…

Νωρίς το απόγευμα επιστρέφαμε στο δωμάτιο.Η γιαγιά χαμογελαστή μας πρόσφερε φρούτα και γλυκά.Ο παππούς αγαπούσε να μας διηγείται ιστορίες.Στα νιάτα του ήταν ναυτικός.Είχε ταξιδέψει στα λιμάνια όλου του κόσμου!Βαζαμε πάνω στο τραπέζι της αυλής ένα χάρτη και με κλειστά μάτια αγγιζαμε πάνω σε αυτόν ένα σημείο.Στη συνέχεια ανοίγαμε τα μάτια και διαβάζαμε στον παππού την ονομασία της τοποθεσίας που έγραφε εκείνο το σημείο.Ετσι,εκείνος ξεκινούσε να μας μιλά για τους ανθρώπους που συνάντησε,Τις εμπειρίες που έζησε και για άλλες πολλές όμορφες αναμνήσεις.

Οι πρώτες βροχές του Σεπτέμβρη σήμαιναν την επιστροφή μου στην πόλη.Αναπολώ την κάθε στιγμή κι αναμένω όλο λαχτάρα το επόμενο καλοκαίρι.

Η μαμά Βασιλική για τον Γιώργο και τον Αλέξανδρο, Νέα Μεσημβρία Θεσσαλονίκης

 

Μια νύχτα φωτεινή

Μια φορά κι έναν καιρό,

Μια υπέροχη σκοτεινή νύχτα, εκεί που ξάπλωνα στην μοσχοβολιστή από τα νυχτολούλουδα, αυλή του κάστρου,  για να απολαύσω, όπως κάθε νύχτα, το καθιερωμένο μου ραντεβού με τα αστέρια και το φεγγαράκι του ουρανού, μια λάμψη ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μου!

Ήταν μια στριφογυριστή, μικρή, πετούμενη λάμψη! Αμέσως το βλέμμα μου άρχισε να την ακολουθεί, ώσπου βρέθηκα ξαφνικά όρθια να τρέχω στη στιγμή!

Πετούσε πέρα δώθε κι εγώ έτρεχα με χαρά και λαχτάρα από πίσω της! Ενθουσιάστηκα! Ήθελα τόσο πολύ να την γνωρίσω, να την δω από κοντά! Να την αγγίξω, να την επεξεργαστώ!

Ήταν νεράιδα μήπως; Και σκορπούσε χρυσόσκονη; Μπα! Όχι! Κάτι άλλο ήταν!

Ξαφνικά ήρθε κι έκατσε στο χέρι μου! Μέσα στην παλάμη μου και μου ψιθύρισε απαλά στο αυτί… «Είμαι μια πυγολαμπίδα…»

Ήταν μια πανέμορφη, μικρή, λαμπερή πυγολαμπίδα! Γεμάτη με φως! Ένα ζεστό φως απ’ αυτά που αγγίζουν τις ψυχούλες! Αμέσως ένιωσα πως αυτή εδώ η τόσο δα μικρή πυγολαμπίδα φώτισε τη ζωή μου! Έτσι απλά άρχισαν όλα γύρω μου να φαίνονται πιο φωτεινά, πιο λαμπερά, πιο ήρεμα, πιο όμορφα! Ακόμα και το σκοτάδι της νύχτας ήταν πια διαφορετικό! Μα πόσο την ευχαριστώ!

Την κράτησα τρυφερά στην αγκαλίτσα μου, έκλεισα τα ματάκια μου και κοιμηθήκαμε παρέα με όνειρα γλυκά!

Θα κλειδώσω καλά μέσα μου για πάντα αυτή τη στιγμή σαν την ομορφότερη εικόνα στη ζωή μου.

Η πυγολαμπίδα μου από τότε, είναι κάθε νύχτα η πιο λαμπιριστή μου συντροφιά. Ανακαλύπτουμε παρέα τις πιο διασκεδαστικές περιπέτειες στα μονοπάτια του ουρανού. Και δεν χανόμαστε ποτέ! Ξέρετε γιατί; Όχι δεν είμαστε απλά τυχεροί! Έχουμε φτιάξει έναν δικό μας χάρτη που τον ακολουθούμε πιστά και η πυγολαμπίδα πάντα φωτίζει τη διαδρομή μας με χαρά!

Αααα! Ξέχασα να σας πω… πώς αν τύχει ποτέ να μας συναντήσεις, καμιά νύχτα σκοτεινή, γεμάτη με φως… να ξέρεις πως με λένε Φωτεινή! Είμαι η πριγκίπισσα του κάστρου, έχω παρέα την πιο λαμπερή πυγολαμπίδα του κόσμου  και τρελαίνομαι για τσίχλες!!!

Βλάσκου Άννα, 38 ετών (αλλά νιώθω ακόμα παιδί!!!!), Θεσσαλονίκη

 

Οι Ουρανιοτοξένιοι φίλοι

Κάποτε σε μια χώρα της Νότιας Ευρώπης ζούσε μια τσίχλα. Μια τσίχλα διαφορετική από όλες τις άλλες. Είχε  κάτασπρα φτερά γεμάτα πολύχρωμες πιτσιλιές και όταν κελαηδούσε εμφανίζονταν χρωματιστές νότες. Κανένα πουλί δεν την ήθελε, όλα την κορόιδευαν. Ένα βράδυ η μικρή τσίχλα, καθώς ακουμπούσε στενοχωρημένη πάνω σε ένα κλαδί, συνάντησε μια πυγολαμπίδα. Όχι μια συνηθισμένη πυγολαμπίδα αλλά μια πολύχρωμη πυγολαμπίδα. Αμέσως έγιναν οι καλύτερες φίλες.  Κάθε μέρα περίμεναν να πέσει το σκοτάδι για να συναντηθούν και να παίξουν.

Ένα βράδυ που ο αέρας ήταν ζεστός, στην άκρη της θάλασσας, βρήκαν ένα χάρτη. Γεμάτες περιέργεια τον ξετύλιξαν και άρχισαν να τον παρατηρούν. Ξαφνικά, το χαρτί ζωντάνεψε και τους είπε ‘Ακολουθείστε με στο κάστρο του βασιλιά των ανθρώπων και μη φοβάστε’. Εκείνες, μαγεμένες από τα λόγια του τον ακολούθησαν.

Σύντομα έφτασαν στο κάστρο μέσα από έναν σκοτεινό και τρομακτικό υπόνομο. Οι καρδιές τους χτυπούσαν δυνατά, σαν να είχε κλειδωθεί μέσα τους όλη η αγωνία του κόσμου. Μόλις τις είδε ο βασιλιάς, που σιχαινόταν κάθε είδους ζώο, διέταξε τον μάγειρά του να τις κυνηγήσει με τον φοβερό του πλάστη. Εκείνες τρομαγμένες εξαφανίστηκαν από τα μάτια του.

Κουρασμένος ο μάγειρας ξάπλωσε στο κρεβάτι του να κοιμηθεί. Όλα ήταν ήρεμα μέχρι που ένας τεράστιος δράκος, ακολουθώντας την μυρωδιά από το τελευταίο κομμάτι κέικ που είχε δαγκώσει ο κοιμισμένος μάγειρας, μπήκε στο δωμάτιό του. Ο μάγειρας ξύπνησε και έβαλε δυνατές φωνές. Η τσίχλα και η πυγολαμπίδα, που άκουσαν τις κραυγές του, έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει. Ο δράκος, όμως, εκτός από λαίμαργος ήταν και φοβιτσιάρης. Μόλις αντίκρισε την πολύχρωμη λάμψη τους μέσα στο σκοτάδι έκανε ένα σάλτο, τον πιο μεγάλο της ζωής του, και βρέθηκε έξω από το παράθυρο.

Ο μάγειρας δεν πίστευε στην τύχη του. Ευχαρίστησε τις δύο φίλες και την άλλη μέρα πρωί, πρωί παραιτήθηκε από τη δουλειά του. Από τότε, ο μάγειρας, η πυγολαμπίδα και η τσίχλα ταξιδεύουν μαζί ψάχνοντας νέους χάρτες που θα τους οδηγήσουν σε καινούριους φίλους.

Αναστάσης Μιχαλόπουλος, 7 ετών, Καστοριά

 

Καλοκαιρινές περιπέτειες στο χωριό

Ο ήχος της πόρτας ξύπνησε την μικρή Μαριλού . Η Φαίη με την Εύα ερχόμενες στο δωμάτιο με τα παιχνίδια και τη βιβλιοθήκη για να ξυπνήσουν εμάς τα αγόρια, τον Άγγελο , τον Μάριο κι εμένα τον Στράτο, δέχτηκαν επίθεση με μαξιλάρια. Η γιαγιά γέλασε συνηθισμένη από τα τέσσερα παιδιά της. Ζεστό σοκολατένιο κέικ της γιαγιάς και φρέσκο γάλα από την Μαΐλα, την αγελάδα του παππού για πρωινό. Πήραμε τα σακίδιά μας και περάσαμε από το μπακάλικο του χωριού για τα απαραίτητα, τσίχλες και μπισκότα.

Στο δρόμο για το κάστρο του λόφου ανάμεσα στο χωριουδάκι μας το Λεβεντοχώρι και στο  Παλιό Γυναικόκαστρο, σχεδιάζαμε τον νέο μας χάρτη. Ξεχάσαμε την πηγή του ξινό νερό, γνωστό για τις ιαματικές του ιδιότητες.

Οι γυναίκες για να γλυτώσουν από τους Τούρκους φόρεσαν ανάποδα τα πέταλα στα άλογα. Τα ίχνη έδειχναν ότι έφυγαν από το κάστρο, ενώ αυτές είχαν μόλις φτάσει. Έτσι και σώθηκαν αυτές και τα παιδιά τους.

Τα αγόρια βγάλαμε τα σπαθιά μας και παίξαμε ξιφομαχία, ενώ τα κορίτσια έπαιζαν τις πριγκίπισσες. Ο παππούς Στρατής καθισμένος στην πέτρα με τον αγαπημένο μας σκύλο Κάμπυ στο πλάι του, έδενε κλαδιά για να φτιάξει σκούπες (φορκάλια) όπως έκαναν στον Πόντο. Αργότερα ο παππούς μας πήγε σε ένα άλλο σημείο για να μαζέψουμε άγρια βατόμουρα και αμύγδαλα. Εκεί ήρθε και η γιαγιά Ευλαμπία με το ψάθινο καλάθι και την καρό κουβέρτα. Το μενού του πικ-νικ ήταν κεφτεδέκια με πατάτες φούρνου. Το παιχνίδι συνεχίστηκε και μετά το φαγητό. Ο δρόμος της επιστροφής είχε στάση στο κτήμα μας με την ρίγανη.

Μετά το μπάνιο από τα κουρασμένα χέρια της γιαγιάς ήμασταν όλοι στα κρεβάτια μας με ένα πλατύ χαμόγελο. Τα αγόρια σχεδιάζαμε την αυριανή εξόρμηση όταν μας διέκοψαν οι φωνές των κοριτσιών από το διπλανό δωμάτιο. Τρέξαμε στο παράθυρο και είδαμε μια παρέα από πυγολαμπίδες. Αναρωτιόμουν αν μας είχαν ακολουθήσει, όταν άκουσα το κλειδί στην εξώπορτα και τρέξαμε στα κρεβάτια μας, μιας και ξέραμε πως στο πρωτόκολλο της γιαγιάς το επόμενο βήμα ήταν το φιλί για καληνύχτα.

Στράτος Σαχταρίδης, 5 ετών, Κιλκίς

 

Ονειρεμένη λεμονόπιτα

Ξάπλωσα  κουρασμένη απο τις δουλειές της ημέρας. Πάντα η βόλτα με τη μαμά στο φούρνο και η δροσερη γεύση της λεμονοπιτας που με περιμένει εκεί μου προκαλουν μια γλυκιά υπνηλία. Τοση που πριν προλάβω να το πολυσκεφθω, να ‘σου και παφ ήρθε το πρώτο όνειρο. Στεκομουν έξω απο ενα τεράστιο πράσινο κάστρο, με μια θεόρατη ροζ πύλη, σαν φτιαγμένη απο τσίχλα. Μάταια έψαχνα τροπο να μπω μεσα. Οποιος ειχε κλειδώσει, το είχε κανει οχι με κλειδί ή σύρτη, αλλά σιγουρα με ξόρκια και μαγικές ευχες. Αυτές είναι άλλωστε ο καλύτερος και πιο αποτελεσματικός συναγερμός.  Η παράξενη ησυχία που πλανιόταν ολόγυρα με έκαναν να είμαι απόλυτα βέβαιη για τις σκεψεις μου: ήμουν απολύτως μόνη και έρημη, σαν αυτο που λεμε καλαμιά στον κάμπο. Σαν ένα  νησί που μοιάζει μονο και έρημο πάνω στο χάρτη, στη μέση ενος τεράστιου ωκεανού. Και όμως. Έκανα λάθος. Αυτή η απόλυτη και σχεδόν τρομακτική ησυχία που περιγράφω, κράτησε για πολύ λίγο αφού τσουπ! ήρθαν και την τάραξαν ενα τσούρμο νεαρές πυγολαμπίδες που με γέλια, ξεφωνητά και μεταξύ τους πειράγματα, εμφανίστηκαν απο το πουθενά για να με υποδεχθούν στο υπέροχο βασίλειό τους. «Ξέρεις που είσαι;» με ρώτησε η πρώτη πρώτη από αυτές που κατέφθασαν, μια φουσκωτή, χρυσοκίτρινη πυγολαμπίδα, που το φως της έμοιαζε να  καλύπτει όλες τις υπόλοιπες, σαν ένα μεγάλο φωτεινό σεντόνι με μικρές σκούρες βούλες, σαν μια ολοστρόγγυλη λεμονόπιτα με κομματάκια καραμέλας ή σοκολάτας (είναι δυνατόν κανείς  μέχρι σήμερα να μην έχει σκεφθεί να προσθέσει στη λεμονόπιτα έστω ένα κομματάκι σοκολάτας;). Αυτό σκέφθηκα και για μια στιγμή δεν ήξερα τι να απαντήσω, αν και, τόσο οι πυγολαμπίδες  όσο και εγώ, ξέραμε πολύ καλά ότι δεν είχα την παραμικρή ιδέα που βρισκόμουν και τι περιπέτεια με περίμενε μπροστά. «Έννοια σου, και τα μικρά χαριτωμένα κοριτσάκια, είναι πάντα ευπρόσδεκτα στο βασίλειό μας, αρκεί πρώτα να απαντήσουν σε μια απλή αλλά πολύ σημαντική ερώτηση». Οι γρίφοι και τα παζλ πάντα μου δημιουργούν μια ευχάριστη ταραχή και είναι αλήθεια, ότι  οι χαριτωμένες πυγολαμπίδες που είχα μπροστά μου είχαν σίγουρα διάθεση για παιχνίδι. «Λήδα, ξύπνα, αγάπη  μου! Φτάσαμε στη γιαγιά. Σήκω και σου ετοίμασε την πιο λαχταριστή λεμονόπιτα του σύμπαντος!»

Για λογαριασμό της μικρής μου κόρης Λήδας Στατήρη, απο την Καλαμαριά Θεσσαλονίκης,

 

 

Το όνειρο του Μάνου

Ήταν ώρα ύπνου. Η μαμά κλείδωσε την εξώπορτα και με καληνύχτισε γλυκά: «Καληνύχτα, Μάνο!» είπε με γλυκιά φωνή.

Πριν προλάβει να φύγει, τη ρώτησα βιαστικά: «Παραμύθι;» «Φυσικά!».

Η μαμά πήρε ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη με τίτλο: «Η πυγολαμπίδα».

Ξεκίνησε να διαβάζει «Μια φορά κι έναν καιρό στο κάστρο Ερικαντέ ζούσε η Μαρία,

Η πυγολαμπίδα, που ήταν πριγκήπ..» διέκοψα τη μαμά μου.

«Μαμάάάάά! Εντάξει, θα κοιμηθώ, αλλά άνοιξε το παράθυρο!!!»

Δεν ήθελα να ακούσω παραμύθια για πριγκίπισσες..

Η μαμά άνοιξε το παράθυρο κι έφυγε. Ξάπλωσα και μόλις έκλεισα τα μάτια, ακούστηκε ένας ήχος από το παντζούρι. Χωρίς να σκεφτώ τίποτα, άνοιξα σιγά σιγά το παντζούρι και σφισίουουουου μπήκε μέσα στο δωμάτιό μου ένα χαρτί λίγο σκισμένο στις άκρες. Αμέσως ακούστηκε μια φωνή «Εδώ, φιλαράκι, εδώ!»

Ένα ήταν σίγουρο, αυτή η φωνή δεν ήταν δική μου. «Είσαι ένας χάρτης!» είπα ψιθυριστά.

«Ακριβώς» είπε, «κι όχι ένας απλός χάρτης, αλλά ένας μαγικός χάρτης!»

‘Έμεινα έκπληκτος! Άρπαξα το χάρτη και τον διάβασα. Όμως, κάτι έλειπε..

«Πώς θα πάμε εκεί; Δε δείχνει καν το σωστό δρόμο», του είπα μπερδεμένος.

«Το ξέρω.. Είναι ένας λαβύρινθος. Εσύ θα μου πεις προς τα πού θα πάμε».

«Οκ, προτείνω να πάμε προς το γιγάντιο ξυπνητήρι»

Πήρα το μπλε στυλό μου και σημείωσα το δρόμο στο χάρτη. Έπειτα άρπαξα το σακίδιό μου κι έβαλα μέσα τέσσερα μικρά μπουκάλια νερό, τσίχλες, μια σακούλα κρουτόν, τρία μήλα και τη φωτογραφία της οικογένειάς μου και φύγαμε. Πρώτα συναντήσαμε ένα τεράστιο ξυπνητήρι, που αν χτυπούσε θα γινόμασταν σκόνη. Έτσι συρθήκαμε κάτω από τα πόδια του και περάσαμε όλα τα εμπόδια.

Επιτέλους φτάσαμε! Στο σημείο του θησαυρού βρισκότανε το τίποτα, μόνο ερημιά.

«Χάρτη, με ξεγέλασες;»

«Όχι, βέβαια! Κοίτα πίσω από αυτούς τους φοίνικες!»

Χωρίς να υποψιάζομαι κάτι, κοίταξα και είδα τη μαγεία της φύσης!

Πολλά δέντρα, φοίνικες, καταρράκτες, μαϊμούδες στα δέντρα, σαν να βρίσκομαι σε μια ζούγκλα.. Όσο χαιρόμουν το θέαμα μέσα από τους πανύψηλους καταρράκτες, χτυπάει το ξυπνητήρι που έχω στο κομοδίνο μου και ντρινντρινντριν! Ξυπνάω από τους ήχους..

Τελικά, όλο αυτό ήταν ένα όνειρο.. Μακάρι να ήταν αλήθεια και να βρισκόμουν στους καταρράκτες..

Ιωάννα Ζαζοπούλου, ετών 8, κάτοικος Αγίου Παύλου – Θεσσαλονίκη

 

Το φώς μες το σκοτάδι

Πάντα μου άρεσαν τα βιβλία και φυσικά  πάντα ήθελα να γράψω το δικό μου. Θυμάμαι όταν ήμουν μικρή η μαμά μου μού αφηγούνταν κάθε βράδυ τις κλασικές ιστορίες με τις πριγκίπισες και τα κάστρα και εγώ την άκουγα με προσοχή ασχέτως που μου άρεζαν πιο που οι ιστορίες που μου έλεγε ο μπαμπάς μου. Βέβαια δεν ήταν αυτός ο κύριως λόγος που ήθελα να γίνω συγραφέας όταν μεγαλώσω. Ο λόγος ήταν, και είναι, μια φωτογραφία που έβγαλε ο αδερφός μου σε μια εκδρομή που είχαμε πάει. Η φωτογραφία απεικόνιζε την αδερφή μου να κρατά έναν απλό χάρτη και από πίσω της να βρίσκεται μια πανέμορφη θέα. Ήταν τόσο ακριβές πλάνο που μπορούσαμε να διακρίνουμε ακόμα και τα ελάφια που έπιναν νερό σε μια λιμνούλα. Εκείνη ήταν η πρώτη φορά που είχα την ανάγκη να γράψω κάθε λέπτομέρεια που έβλεπα σε μια κόλα χαρτί. Έτσι άρχισα να γράφω την κάθε μου σκέψη σε ένα ημερολόγιο . Μέχρι που μέρα όταν γυρνούσα από το σχολείο, μασόντας μια τσίχλα, άρχισα να παρατηρώ την γειτονιά μου. Κλειδωμένες πόρτες αβλών, φωνές και καυγάδες, τσιρίδες… από παντού μπορούσα να διακρίνω το ‘σκοτάδι’ που ανέβλιζε κάθε σπίτι. Κάποια στιγμή είδα ένα μικρό φως μες την άσφαλτο. ‘Ξάπλωσα’ δίπλα στην μικρή πυγολαμπίδα για να καταλάβω με κάποιον τρόπο άμα είχε χτυπήσει ή κάτι τέτοιο. Όταν σταμάτησε να λάμπει σηκώθηκα και έτρεξα μέχρι το σπίτι μου για να μην ξεχάσω την ίδεα που μου ήρθε στο μυαλό. Εκείνη την ώρα φάνηκε τόσο απλό να αρχίσω να γράφω. Η ιστορία μου άρχιζε κάπως έτσι: «Ξέρω πως ο κόσμος μας δεν είναι καλός. Μα πάντα υπάρχει η πυθανότητα να υπάρξει φως μες το σκοτάδι…»

Μαριλίνα Κιούση, 15 ετών, Πανόραμα, Θεσσαλονίκη

 

 

Χωρίς τίτλο

Μια φορά πολύ παλιά εγώ και ο ξαδελφος μου ειχαμε παει παραθεριση στην εξοχηστο καμπινκ της Ασπροβαλτας. Εκεινο το καμπινκ επειδη ειναι πολυ μεγαλο εχει καθε 5 χιλιομετρα χαρτες που δειχνουν το καμπινκ σε σχεδιαγραμμα για να ξεχωριζεις τους δρομους. Εκει υπαρχει και ενα σουπερ μαρκετ οπου αγοραζαμε τσιχλες.Περνουσαν οι μερες και εφτασε και η τελευταια βραδια στο καμπινκ. Σκεφτηκαμε να ψησουμε σουβλακια στην παραλια για να γιορτασουμε τα γενεθλια του ξαδελφου μου. Ενω ψηναμε και τρωγαμε διασκεδαζοντας εγινε κατι καταπληκτικο απο τους θαμνους μεσα εβγαιναν πιγολαμπιδες. Διασκεδασαμε και ετσι περασε ευχαριστα το βραδυ μας. Την αλλη μερα το πρωι θα ειχαμε μια εξισου ευχαριστη εμπειρια. Ξεκινησαμε ενα ταξιδακι αναψυχης στο Βενετσιανικο καστρο στο Ηρακλειο της Κρητης. Εκει νοικιασαμε ενα πολυ ωραιο διαμερισματακι κοντα στο καστρο. Την πρωτη μερα κοιμηθηκαμε εκει.Την επομενη πρωι πρωι ξεκινησαμε για το καστρο. Εκει ειχαμε ξεναγο ο οποιος μας ενημερωσε για ολα τα σημαντικα γεγονοτα που διαδραματιστηκαν εκεινη την εποχη στο καστρο.Το απογευμα πηγαμε μια βολτα στο Ηρακλειο οπου ειδαμε το λιμανι και φαγαμε παγωτο. Το βραδακι επιστρεψαμε στο δωματιο για να ξεκουραστουμε. Το πρωι επισκευτηκαμε το αρχαιολογικο μουσειο οπου ειδαμε τα αγαλματα του Μινωικου πολιτισμου μετα επισκεφτηκαμε τα ανακτορα της Κνωσσου και το καστρο του Κουλε. Το απογεματακι κανμε ψωνια στην αγορα. Αγορασαμε αναμνηστικα και δωρα. Εκεινο το βραδυ μαζεψαμε τα πραγματα μας και ξαπλωσαμε νωρις. Το ταξιδι της επιστροφης θα ηταν κουραστικο.Το πρωι ταξιδεψαμε στην Αθηνα και απο εκει στην Θεσσαλονικη. Ενω ταξιδευαμε με το αεροπλανο ονειρευομουνα το καλοκαιρι που περασα και ημουν πολυ χαρουμενος και ευτυχισμενος. Οση ωρα ημουν στο αεροπλανο εκατσα και σκεφτηκα τι ωραια που περασα το καλοκαιρι. Τα εγραψα σε ενα τετραδιο για να μπορεσω να τα εξιστορισω στους γονεις μου και στους φιλους μου. Οταν κατεβηκαμε απο το αεροπλανο η οικογενεια μου ηταν στο αεροδρομειο και μας περιμεναν. Τοτε καταλαβα ποσο μας αγαπανε και ποσο τους λειψαμε. Πηγαμε ολοι μαζι στο σπιτι μας και τους διηγηθηκα τις περιπετειες μας. Οι ανμνησεις του καλοκαιριου θα κλειδωθουν μεσα στην ψυχη μου σαν την πιο γλυκια αναμνηση της ζωης μου.

 

Δημήτριος Παίσιος Φουσκόπουλος, 11 ετών, Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης

 

Στην χώρα των ονείρων

Στην χώρα των ονείρων υπάρχει ένα μικρό παιδάκι όμορφο και ζωηρό

Ζει σε ένα κάστρο όμορφο και φωτεινό

έχει παντού λουλούδια καί πάντα ήλιο φωτεινό

στον χάρτη είναι μια μικρή κουκίδα τόσο δα μικρή.

Όμως το παιδάκι δεν είχε φίλους άλλα μικρά παιδιά .

Κάθε βράδυ που κοιμόταν έκανε μία ευχή

φίλους να βρει από όλοι την γη.

Ένα βράδυ εκεί που κοιμόταν ξύπνησε από ένα φως τόσο δυνατό

ήταν πολλές πυγολαμπίδες με χρώματα πολλά

άνοιξε την πόρτα πού ήταν πάντα κλειδωμένη

και μπήκαν μέσα πολλά παιδιά

αγόρια και κορίτσια

κάστανα ξανθά μελαχρινά

αλλά και με κόκκινα μαλλιά

ήταν παιδάκια από όλη τη Γη

ήρθαν νά τού κάνουνε παρέα

και ας μην μιλούσαν όλα την ίδια γλώσσα

ας μήν είχαν όλα τό ίδιο χρώμα

είχαν  όμως όλα ένα κοινό

ήταν όλα τους παιδιά

τους άρεσαν να τρώνε τσίχλες

καί να κάνουν σκανταλιές

Έτσι ο μικρός μας φίλος τώρα πια έχει παντού φίλους

σέ όλες τις γωνιές της γης

Εύη και ο μικρός Ηλίας από Λάρισα μόλις 2 χρόνων το γράψε η μαμά Εύη 37

 

Ο Ήρεμος κι ο Σούπερ εναντίον του Νευρικού και του Κατσούφη

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν κάποιοι κακοί άνθρωποι που ήθελαν να κάνουν κακό στους καλούς ανθρώπους. Μια μέρα, συναντήθηκαν οι κακοί και οι καλοί. Λέει ο Κατσούφης: «Προτείνω να τους κλειδώσουμε και να βουλώσουμε την κλειδαρότρυπα με τσίχλα». Λέει ο Νευρικός: «Ναι, καλή ιδέα. Θα τους κλειδώσουμε σε αυτό εδώ το κάστρο».

Μα του Ήρεμου δεν του άρεσε καθόλου η ιδέα. Τελικά, τους κλείδωσαν. Λέει ο Σούπερ: «Ήρεμε, πάμε να ρίξουμε έναν υπνάκο; Είναι μεσάνυχτα». «Ναι, πάμε, ας ξαπλώσουμε», απαντά ο Ήρεμος.  «Μισό λεπτό, Ήρεμε. Βρήκα κάτι πυγολαμπίδες. Για δες»! «Ναι, πολύ όμορφες», απαντά ο Ηρεμος, «αλλά τώρα κοιμήσου, Σούπερ».

Την επόμενη μέρα… «Καλημέρα, Σούπερ»! «Ωχ,  Ήρεμε! Βρήκα έναν χάρτη κάτω από αυτό εδώ το τραπεζάκι». «Ναι, όντως! Εκεί πέρα υπάρχει ένας χάρτης! Για να δούμε, τι γράφει πάνω του! Δείχνει πώς να βγεις από το κάστρο». «Ναι! Ας το δοκιμάσουμε»! «Δείχνει ότι έχει ένα μυστικό πέρασμα από εδώ που είναι το τζάκι. Λέει ότι αν ανοίξεις ένα πορτάκι μέσα στο τζάκι, θα καταφέρεις να βγεις έξω. Ας το δοκιμάσουμε». «Καλή ιδέα. Για να δω, γίνεται όντως; Με το 1, με το 2, με το 3… Ανοίγω! Τα κατάφερα»! Και κάπως έτσι τελειώνει η ιστορία μας….

Ανδρέας, 6 ετών, Αθήνα

 

Η τσιχλολαμπίδα

Μια φορά και όχι ένα καιρό σε ένα μακρινό κάστρο σε μια χώρα με το όνομα Λαμπίδα ζούσε μια όμορφη οικογένεια από πυγολαμπίδες. Οι πυγολαμπίδες αγαπούσαν πολύ τα γλυκά και κυρίως τις τσίχλες. Έτσι είχαν δημιουργήσει ένα εργοστάσιο τσίχλας μέσα στο ίδιο το κάστρο και δούλευαν ομαδικά πάνω σε αυτό. Παρήγαγαν 1.000 τσίχλες την ημέρα σε ότι χρώμα και άρωμα μπορεί ο καθένας  να φανταστεί! Την νύχτα κλείδωναν τις πόρτες του  κάστρου καλά και σβήνανε όλα τα φώτα για να  μην τους καταλάβει κανείς. Δεν θέλανε να μάθει η υπόλοιπη χώρα αυτό που κάνανε και τους ‘’κλάψει την ιδέα. Σβήνανε έτσι και όλα τα φώτα και φέγγανε οι ίδιες με το περίφημο λαμπερό τους σώμα και έτσι υπήρχε αρκετό φως για να φτιάξουν τις τσίχλες. Μια χειμωνιάτικη νύχτα οι  πυγολαμπίδες που δουλεύανε στο εργαστήριο ανακατεύοντας την ζάχαρη για να κάνουν την μυστική συνταγή της τσίχλας άκουσαν βήματα. Έτρεξαν στο παράθυρο και είδαν έναν περίεργο κύριο κοντούλη να κρατάει ένα χάρτη και να κοιτάζει δεξιά αριστερά. Πήγανε κοντά του και τον ρώτησαν τι ψάχνει, εκείνος μόλις τις είδε κατάλαβε ότι είχε φτάσει στο προορισμό του .

Τον έστελνε ένα μεγάλο εργοστάσιο τσίχλας για να ρωτήσει την μυστική συνταγή

Οι πυγολαμπίδες τον καλοδέχτηκαν , τον κέρασαν βυσσινάδα με μπισκότα βανίλιας και τον έβαλαν να ξαπλώσει για να ξαποστάσει από το μακρύ του ταξίδι και  να δει όλη την διεργασία για την δημιουργία της περίφημης τσίχλας.

Ο ίδιος έφυγε ενθουσιασμένος και είπε ότι θα μεταφέρει την γνώση και την εμπειρία στους δικούς του για να φτιάξουν και αυτοί μια τόση πετυχημένη τσίχλα που δεν θα κολλάει στο δόντια θα μυρίζει υπέροχα και φυσικά θα αρέσει σε όλα τα παιδιά.

Το κείμενο γράφτηκε από εμένα (τη μαμά) με την βοήθεια του γιου μου 6 ετών. Φωτεινή Καρπούζα, Όχι παιδί, 40ετών, Θεσσαλονίκη

 

Μπορείς να κατεβάσεις το pdf εδώ.

διαφήμιση