Skip to content

Bullying… ένα φαινόμενο πιο συχνό από ότι φανταζόμαστε

Γράφει η Ιωάννα Μπλέκα | www.mpleka.gr

Αν και τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα ακούγεται όλο και πιο συχνά,  αν και οργανώνονται εκστρατείες κατά του φαινομένου, οι περισσότεροι ακούγοντας τον όρο bullying, ή σχολικό εκφοβισμό στα ελληνικά, φαντάζονται κάτι εξαιρετικά τραβηγμένο που συμβαίνει κάπου μακριά μας.

Δεν σας κρύβω ότι ο όρος bullying ποτέ δεν μου άρεσε. Ένιωσα κάποια στιγμή ότι γίνεται μόδα και πλέον οποιαδήποτε συμπεριφορά των παιδιών κατονομάζεται έτσι στα πλαίσια της υπερπροστασίας από τους γονείς. Όταν καλούμαι να μιλήσω για το θέμα ποτέ δεν βάζω αυτόν τον όρο στον τίτλο. Συνήθως ξεκινάω να μιλώ για την επιθετικότητα των παιδιών, ένα ένστικτο που έχουμε όλοι μέσα μας και μαθαίνουμε να το τιθασεύουμε με βάση τους κοινωνικούς κανόνες. Οι περισσότερες επιθετικές συμπεριφορές που εκδηλώνουν τα παιδιά στο σχολικό περιβάλλον δεν είναι σχολικός εκφοβισμός. Τα πειράγματα, τα σπρωξίματα, τα μαλλιοτραβήγματα και το ότι πιάνομαι στα χέρια με ένα συμμαθητή μου δεν αποτελούν σχολικό εκφοβισμό. Όλοι μας έτυχε να το κάνουμε ή να μας το κάνουν στα πλαίσια του παιχνιδιού, της διεκδίκησης, της υπεράσπισης, της διαφωνίας, και τόσων άλλων που είναι δύσκολο να λυθούν με λόγια στην παιδική ηλικία.

Σχολικός εκφοβισμός είναι η συστηματική και σκόπιμη χρήση βίας μεταξύ μαθητών ή συνομηλίκων παιδιών, με στόχο να προκληθεί πόνος ή αναστάτωση. Η επανάληψη, καθώς και το ότι γίνεται με πρόθεση, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του. Οι μορφές που παίρνει είναι πολλές: σωματική (χτυπήματα, σπρωξίματα, κλωτσιές), λεκτική (κοροϊδία, διακρίσεις, ντροπιαστικά σχόλια), κοινωνική (διάδοση φημών, καταστροφή προσωπικών αντικειμένων, απομόνωση από την ομάδα) και ηλεκτρονική (εκβιασμός μέσω Διαδικτύου και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μέσω μηνυμάτων στο κινητό τηλέφωνο).

Στην πρώτη σχολική ηλικία παρατηρείται περισσότερο η σωματική βία, ενώ όσο τα παιδιά μεγαλώνουν, η μορφή του σχολικού εκφοβισμού αλλάζει και γίνεται πολύ πιο δύσκολα αντιληπτή. Ένα παιδί που θυματοποιείται στο σχολικό περιβάλλον, σπάνια μιλάει για αυτό. Είτε από φόβο ότι αυτό θα κάνει τα πράγματα χειρότερα, είτε γιατί πιστεύει ότι φταίει το ίδιο για αυτό που του συμβαίνει. Η βιβλιογραφία αναφέρει ότι είναι πιο πιθανό να πέσει θύμα εκφοβισμού ένα παιδί με χαμηλή αυτοπεποίθηση, ευαίσθητο, που τα παίρνει όλα πολύ σοβαρά. Κανένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό, κανένα έλλειμμα και κανένα στοιχείο προσωπικότητας όμως δεν θα πρέπει να δικαιολογεί τη βία.

Πολλές φορές τα παιδιά, αν και δεν μιλάνε ανοιχτά για ό,τι τους συμβαίνει, αρχίζουν να εκφράζουν δυσφορία ή να αποφεύγουν χώρους, άτομα ή κάποιες από τις καθημερινές τους συνήθειες. Είναι πάρα πολύ σημαντικό ο γονιός να επικοινωνεί ανοιχτά με το παιδί ώστε να μαθαίνει λεπτομέρειες της καθημερινότητάς του και να αντιλαμβάνεται τις αλλαγές. Είναι όμως ακόμα πιο σημαντικό να μπορεί να ακούει με προσοχή το παιδί και να πιστεύει το παραμικρό παράπονό του. Αν ο γονιός αμφισβητήσει ό,τι λέει το παιδί, αν το θεωρήσει υπερβολή ή ψέμα, αμέσως το παιδί θα χάσει την εμπιστοσύνη του. Το αποτέλεσμα θα είναι να μην τολμήσει να ξαναπεί τίποτα σε κανένα ή ακόμα χειρότερα να πιστέψει ότι αυτό που του συμβαίνει του αξίζει. Όταν λοιπόν ένα παιδί καταφέρει να εκφράσει αυτό που το προβληματίζει, οφείλουμε να το ενθαρρύνουμε να μας πει περισσότερα, να διερευνήσουμε την κατάσταση, να κοινοποιήσουμε το θέμα στο σχολικό περιβάλλον, να ευαισθητοποιήσουμε και να εκπαιδεύσουμε γονείς και παιδιά γύρω μας για το δικαίωμά τους να ζουν σε έναν κόσμο χωρίς φόβο.

Το να μάθουμε στα παιδιά τα δικαιώματά τους, να λένε όχι, να υπερασπίζονται τον εαυτό τους, να παίρνουν θέση κ.ά. δεν τα προστατεύει απλά από το μην γίνουν θύματα σχολικού εκφοβισμού. Είναι η απαραίτητη εκπαίδευση ώστε να δρουν προστατευτικά και προς τα υπόλοιπα παιδιά, να παίρνουν θέση ως παρατηρητές του φαινομένου και να  υπερασπίζονται τους αδύναμους. Είναι πολύ σπουδαίο για τα παιδιά κάθε ηλικίας να αισθάνονται την συνυπευθυνότητα, να έχουν το θάρρος να εκφράσουν την άποψή τους, να δημιουργούν δίκτυα αλληλεγγύης, φιλίας και αλληλοϋποστήριξης, και κυρίως να αντιλαμβάνονται πως το να μιλήσουν για τις επιθετικές πράξεις δεν είναι «κάρφωμα», αλλά προστασία για τους άλλους και για τον ίδιο τους τον εαυτό.

 

Η Ιωάννα Μπλέκα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ψυχολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κι έκανε μεταπτυχιακό στην Ψυχική Υγεία Παιδιών, Εφήβων και Οικογένειας στο London Metropolitan University. Στη συνέχεια παρακολούθησε τετραετή μετεκπαίδευσή στη Συστημική - Οικογενειακή Ψυχοθεραπεία και παράλληλα ξεκίνησε να δουλεύει όπως πάντα ονειρευόταν, με παιδιά, εφήβους και τις οικογένειές τους στην πόλη μας. Μας μιλάει για ελεύθερο χρόνο και ψυχολογία

Γράψτε το σχόλιό σας